Σε μια άβολη καρέκλα μεταλλική αεροδρομίου, φορές φορές χωρίς λόγο, χωρίς ταξίδι να πάω, μόνο μ’ αυτή τη γεύση του καφέ της αναχώρισης στα χείλη. Σ’ έναν κακοφωτισμένο άσχημο διάδρομο νοσοκομείου που βρωμούσε εγκατάλειψη, να ακούσω ένα “εντάξει, την γλίτωσε”, κι η καρδιά μου να χτυπάει στο ρυθμό της λάμπας φθορίου που αργοπεθαίνει πάνω από τον τελευταίο φοριαμό στο βάθος. Σε μια στάση λεωφορείου ξημερώματα μαζί με τους νυχτοφύλακες που σχολούσαν, να πάω να δώσω κίνηση σε άψυχα μηχανήματα, τελευταίους αυτόπτες μάρτυρες μιας βιοτεχνίας που άσθμαινε σ’ αυτήν την κακοτράχαλη πορεία προς την ανυπαρξία. Σε μια αίθουσα αναμονής πολυϊατρείου, μ’ ένα ταβάνι τόσο χαμηλό που ίσα να φτάνει στα κομένα μου γόνατα, να με σκεπάζει και να με απειλεί πως δεν θ΄ακούσω ποτέ το “οι εξετάσεις σας είναι μια χαρά”. Σ’ ένα άδειο τηλέφωνο μπροστά, σχεδόν ικετευτικά, σε στάση εμβρύου να παρακαλάω για ένα “μου ‘λειψες”. Σ’ ένα φθαρμένο γκρι παλτό μέσα, καπνίζοντας τα τελευταία μου δέκα τσιγάρα, για άλλη μια συγγνώμη που δεν πρόλαβα να πω. Σ’ ένα σπίτι από άχυρα, τη φωτιά να πλησιάζει, χωρίς μια αντιπυρική ζώνη μέχρις όπου